Συνέντευξη με τον Δρ. Νικόλαο Λιάση για τη Στένωση της Καρωτίδας και τις Πλάκες Υψηλού Κινδύνου


31/03/2025

Νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Annals of Vascular Surgery φέρνει στο φως σημαντικούς βιοδείκτες που σχετίζονται με υψηλού κινδύνου πλάκες στις καρωτίδες. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή της ιατρικής ομάδας του Affidea Central, και συγκεκριμένα τους κκ. Γεώργιο Χαραλαμπόπουλο και Γεώργιο Καραγιάννη, υπό την καθοδήγηση του Επιστημονικού Διευθυντή, Αγγειολόγου Ακτινολόγου Δρ. Nikolaos Liasis MD, PhD.

Ο Δρ. Λιάσης, σε συνέντευξη, μας αναλύει τα ευρήματα της μελέτης και τη σημασία τους για την πρόληψη και θεραπεία των αγγειακών παθήσεων. Υπογραμμίζει ότι συγκεκριμένοι βιοδείκτες, όπως η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, η HDL χοληστερόλη και η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, επιτρέπουν έναν ακριβέστερο προσδιορισμό του κινδύνου για ασθενείς με στένωση καρωτίδων, ακόμη και σε περιπτώσεις ασυμπτωματικών ασθενών.

Κύριε Λιάση, η νέα μελέτη που δημοσιεύσατε ρίχνει φως στους παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με τις πλάκες υψηλού κινδύνου στις καρωτίδες. Τι σας οδήγησε στη συγκεκριμένη έρευνα;

Η διαχείριση της στένωσης της καρωτίδας, ιδιαίτερα σε ασυμπτωματικούς ασθενείς, παραμένει ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ζητήματα στη σύγχρονη αγγειοχειρουργική. Τα τελευταία χρόνια, η ιατρική κοινότητα επικεντρώνεται όχι μόνο στον βαθμό στένωσης, αλλά και στα χαρακτηριστικά της αθηρωματικής πλάκας, καθώς αυτά μπορούν να υποδείξουν τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου. Θέλαμε λοιπόν να κατανοήσουμε ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την επικινδυνότητα των πλακών, ώστε να εντοπίζουμε έγκαιρα τους ασθενείς που χρειάζονται παρέμβαση.

Ποια είναι τα βασικά ευρήματα της μελέτης σας;

Βρήκαμε ότι αυξημένα επίπεδα C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) σχετίζονται άμεσα με τη συμπτωματική στένωση. Αυτό υποδηλώνει ότι η φλεγμονή παίζει σημαντικό ρόλο στην αστάθεια της πλάκας. Παράλληλα, χαμηλά επίπεδα HDL χοληστερόλης συνδέθηκαν με την ύπαρξη λιπιδικού/νεκρωτικού πυρήνα στην πλάκα, ένα χαρακτηριστικό που αυξάνει τον κίνδυνο ρήξης. Τέλος, ασθενείς με διαβήτη και HbA1c >7% είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίζουν πλάκες τύπου III-V, οι οποίες θεωρούνται πιο επικίνδυνες.

Πώς μπορούν αυτά τα ευρήματα να αλλάξουν την κλινική πρακτική;

Η μελέτη μας ενισχύει την άποψη ότι δεν αρκεί να αξιολογούμε μόνο το ποσοστό της στένωσης, αλλά πρέπει να εξετάζουμε και τη σύσταση της πλάκας μέσω υπερηχογραφίας ή μαγνητικής αγγειογραφίας. Επιπλέον, δείχνει τη σημασία της έγκαιρης παρέμβασης σε ασθενείς με υψηλά επίπεδα φλεγμονής ή διαταραχές στο μεταβολισμό των λιπιδίων, καθώς αυτοί οι παράγοντες μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου.

Ποια είναι η τρέχουσα προσέγγιση για τη θεραπεία της στένωσης της καρωτίδας;

Για συμπτωματικούς ασθενείς με στένωση >50%, η κατευθυντήρια οδηγία είναι η ενδαρτηρεκτομή ή η αγγειοπλαστική εντός 2 εβδομάδων από το αρχικό επεισόδιο. Ωστόσο, για ασυμπτωματικούς ασθενείς η στρατηγική δεν είναι τόσο ξεκάθαρη. Παλαιότερες μελέτες είχαν δείξει ένα μικρό όφελος της χειρουργικής αντιμετώπισης, αλλά τα τελευταία δεδομένα υποδεικνύουν ότι η σύγχρονη φαρμακευτική αγωγή μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματική. Εδώ έρχεται η σημασία της εξατομικευμένης εκτίμησης: οι ασθενείς με πλάκες υψηλού κινδύνου ίσως πρέπει να αντιμετωπίζονται πιο επιθετικά, ακόμα κι αν είναι ασυμπτωματικοί.

Ποια είναι τα επόμενα βήματα της έρευνάς σας;

Θέλουμε να επιβεβαιώσουμε τα αποτελέσματά μας σε μεγαλύτερους πληθυσμούς ασθενών και να διερευνήσουμε περαιτέρω το ρόλο της φλεγμονής στη σταθερότητα των πλακών. Επιπλέον, στοχεύουμε στην ανάπτυξη ενός προγνωστικού μοντέλου που θα συνδυάζει κλινικά και απεικονιστικά δεδομένα για τον ακριβέστερο εντοπισμό ασθενών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάνουμε βήματα προς την προληπτική αντιμετώπιση;

Ναι, μπορούμε να πούμε ότι η έρευνα αυτή αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την προληπτική αντιμετώπιση της στένωσης της καρωτίδας και των επιπλοκών της. Μέχρι σήμερα, η απόφαση για χειρουργική επέμβαση βασιζόταν κυρίως στο ποσοστό της στένωσης. Ωστόσο, τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι ορισμένοι βιοδείκτες (όπως η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, η HDL χοληστερόλη και η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη) μπορούν να μας δώσουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τον πραγματικό κίνδυνο ενός ασθενούς.

Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να ταυτοποιούμε εγκαίρως τα άτομα που έχουν πλάκες υψηλού κινδύνου, ακόμα κι αν είναι ασυμπτωματικά, και να παρεμβαίνουμε πιο στοχευμένα—είτε με πιο εντατική φαρμακευτική αγωγή είτε με πρώιμη χειρουργική αντιμετώπιση. Έτσι, μεταβαίνουμε από μια καθαρά θεραπευτική προσέγγιση σε μια πιο προληπτική στρατηγική, που μπορεί να μειώσει την εμφάνιση εγκεφαλικών επεισοδίων και να βελτιώσει τη μακροπρόθεσμη πρόγνωση των ασθενών.